Η τυρόπιτα

Ποιός το φαντάστηκε, εσύ που δε σκιαζόσουν

κάποτε νιός που’στειβες με τα χέρια πέτρα.

Σέρνοντας τώρα το κορμί το δρόμο μέτρα,

μ΄ένα σακάκι εικόσι πόντους πιο φαρδύ σου.

Μέσα στα μάτια σου φουρτούνες μόνο τώρα

κάθε ρυτίδα σου δεκάδες ιστορίες

δε σ’ακουμπάνε πια οι κυριλλέ κυρίες

γυρνάς στον κόσμο σα λεπρός, σαν τον αλήτη.

Από μακριά μου φώναξες “Καλέ μου νέε”

μία τυρόπιτα στο γέρο να γεμίσει

ένα στομάχι που΄χει απ’τον καιρό τρυπήσει

όχι απο πείνα, μα απο τις σκιές του νου σου.

Δεν έχω τίποτα να πώ γιαυτό δε λέω

μόνο ευχή μπορώ να σε κεράσω μόνο

μήπως στην άλλη μας ζωή δε νιώσεις πόνο

και σε πετύχω βασιλιά, σ’άλογο απάνω.

Για μια τυρόπιτα το μάτι να δακρύζει

ούτε στο πιο κακό μου όνειρο δεν είδα..